αβάρετος

[аваретос] εκ. бодрый, неутомимый

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αβάρετος" в других словарях:

  • αβάρετος — η, ο 1. αυτός που δε βαριέται, ακούραστος: Ήταν άνθρωπος αβάρετος. 2. αυτός που δε χτυπήθηκε, άδαρτος: Στα παλιά χρόνια το γάλα το άφηναν αβάρετο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αβάρετος — (I) η, ο 1. ο πάντοτε πρόθυμος για εργασία, ακούραστος, ακαταπόνητος 2. αυτός που δεν γίνεται ενοχλητικός, βάρος στον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + βαρετός]. (II) και ητος, η, ο 1. αχτύπητος, άδαρτος 2. αλάβωτος, ατραυμάτιστος 3. «γάλα αβάρετο» …   Dictionary of Greek

  • άβαρος — η, ο [βάρος] 1. ο χωρίς μεγάλο βάρος, ο ελαφρύς 2. επιπόλαιος, ανόητος, «ελαφρύς» 3. αυτός που δεν έχει βάρη (υποχρεώσεις κ.λπ.) και, κυρίως, ο πλούσιος 4. αυτός που δεν βαριέται, ακούραστος, αβάρετος …   Dictionary of Greek

  • ακούραστος — η, ο [κουράζω] 1. αυτός που δεν κουράστηκε 2. αυτός που δεν κουράζεται εύκολα, ακαταπόνητος, αβάρετος …   Dictionary of Greek

  • ακουρασιά — η το να ναι κανείς ακούραστος, αβάρετος: Την ακουρασιά αυτού του ανθρώπου δεν την ξανάδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.